6 Σεπ 2010

Τσιγάρο, γιατί γουστάρω



Το να πηγαίνεις στο γήπεδο, το να συμβιώνεις με αυτόν που επιθυμείς, να κάνεις τη δουλειά που διαλέγεις, να σπουδάζεις ό,τι σου αρέσει, το να ζεις -τελικά- όπως θέλεις, σημαίνει ποιότητα ζωής. Με λίγα λόγια, το δικαίωμα της επιλογής είναι ο πυρήνας της ατομικής ελευθερίας. Αυτή η αρχή αποτελεί διαχρονικά τη βάση κάθε κινήματος για την ανθρώπινη χειραφέτηση, από το Σπάρτακο και το Βολταίρο μέχρι τις σουφραζέτες και τα pride parades.

Το κάπνισμα βλάπτει σοβαρά την υγεία. Οι καπνιστές το ξέρουν, αλλά συνεχίζουν να καπνίζουν. Είναι επιθυμία και ανάγκη πλέον, μαζί. Έτσι επέλεξαν, αυτό θεωρούν ως δική τους ποιότητα ζωής. Στο σύγχρονο φιλελεύθερο κράτος δικαίου, η αυτοδιάθεση μέχρι σημείου αυτοκαταστροφής είναι σεβαστή. Γι’ αυτό, π.χ. η απόπειρα αυτοκτονίας δεν τιμωρείται. Εάν, λοιπόν, το κράτος επιθυμεί να επιβάλει ποινές για να προστατέψει τους πολίτες του από τον εαυτό τους, τότε πρόκειται για ένα πισωγύρισμα στον αυταρχισμό. Ο καπνιστής, ωστόσο, δεν καταστρέφει μονάχα τη δική του υγεία, αλλά και εκείνου που κάθεται δίπλα του. Ας αναλύσουμε το ζήτημα απλά, με το παράδειγμα της καφετέριας:

Από τη μια υπάρχει η ελευθερία ανάπτυξης της προσωπικότητας του καπνιστή, η συμμετοχή του στην κοινωνική ζωή της χώρας, η οικονομική ελευθερία του επιχειρηματία και από την άλλη το δικαίωμα στην υγεία του παθητικού καπνιστή και γενικώς, η δημόσια υγεία. Τα ατομικά δικαιώματα είναι μεν τυπικώς ισοβαρή, αλλά όταν συγκρούονται, στόχος είναι η πρακτική τους εναρμόνιση, ενώ μπορούν να περιοριστούν και να σταθμιστούν, για λόγους δημοσίου συμφέροντος.

Όρια, ωστόσο, υπάρχουν και στους περιορισμούς. Ένα τέτοιο είναι η αρχή της αναλογικότητας (ορίζοντάς την απλά) που προβλέπει ότι ένα μέτρο πρέπει να είναι κατάλληλο και αναγκαίο.

Κατάλληλο είναι όταν δια αυτού μπορεί να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος στόχος. Αναγκαίο είναι όταν ο νομοθέτης δεν μπορούσε να επιλέξει ένα άλλο, εξίσου αποτελεσματικό, το οποίο όμως δεν θα περιόριζε ή θα περιόριζε λιγότερο αισθητά το θεμελιώδες δικαίωμα.

Η απόλυτη απαγόρευση στους κλειστούς δημόσιους χώρους δεν είναι συμβατή με την αρχή της αναλογικότητας. Γιατί, αν και το μέτρο είναι πρόσφορο, δεν είναι το αναγκαίο. Η χρυσή τομή βρίσκεται στην ευχέρεια διαμόρφωσης των χώρων –προσοχή, όμως: ομοίων ποιοτικώς με τους άλλους- για καπνιστές, όπου αυτό είναι εφικτό. Ωστόσο, δεδομένο είναι ότι θα υπάρχει (μεγαλύτερη) αντικαπνιστική ζώνη, γιατί εκκινούμε από τη βάση ότι στη στάθμιση, η δημόσια υγεία είναι η βαρύνουσα. Όπου ο ιδιωτικός αυτός χώρος κρίνεται μικρός, ο επιχειρηματίας πρέπει να είναι απολύτως ελεύθερος να δηλώσει εκ των προτέρων αν στο κατάστημά του μπορεί κάποιος να καπνίζει ή όχι, όπως πρόσφατα απεφάνθη και το ομοσπονδιακό συνταγματικό δικαστήριο της Γερμανίας. Έτσι, δεν περιορίζεται υπέρμετρα η οικονομική ελευθερία, η επιχείρηση παραμένει ανταγωνιστική έναντι των μεγάλων χώρων και ο πελάτης έχει ένα επιπλέον κριτήριο επιλογής.

Το γεγονός ότι πολλές κυβερνήσεις έχουν ήδη εφαρμόσει απόλυτη απαγόρευση, δεν είναι επιχείρημα. Ούτε είναι υποχρέωσή μας, επιβαλλόμενη από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο αρμόδιος επίτροπος υγείας έχει μεν «προτρέψει» τα κράτη μέλη να θεσπίσουν αντικαπνιστικές ρυθμίσεις, όμως για την ώρα στο κοινοτικό δίκαιο, δεν υπάρχει διάταξη όπου θα μπορούσε αυτοτελώς να στηριχθεί ένας πανευρωπαϊκού χαρακτήρα κανόνας απαγόρευσης του καπνίσματος για λόγους υγείας, γι’ αυτό και τα κοινοτικά όργανα δεν έχουν επιβάλλει ακόμη κάτι τέτοιο.

Οι κυβερνήσεις συχνά υπό το βάρος της κοινής γνώμη επιλέγουν τέτοια, δυναμικά μέτρα. Είναι και η άμεση αποτελεσματικότητά τους που τα κάνει δημοφιλή, όπως οι κάμερες για την τρομοκρατία και τα τεκμήρια για τη φοροδιαφυγή. Όμως, τα ατομικά δικαιώματα υφίστανται γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο στη δημοκρατία: για να προστατεύονται οι μειοψηφίες από το κράτος και την πλειοψηφία.

Δημοσιεύηκε στο Nuevo 5
φωτό:  Simón Pais-Thomas