του Στέφανου Καβαλλιεράκη
Με τις γιορτές -είτε Χριστουγέννων είτε Πάσχα- δεν τα πάω πολύ καλά. Δεν έχει σημασία το γιατί .Τα Χριστούγεννα ,όμως, ίσως λίγο περισσότερο σου δίνουν την ευκαιρία να μαζέψεις το μυαλό σου, να ξανασυναντηθείς με συγγενείς, να κάνεις μια "οικογενειακή ανατροφοδότηση" με ανθρώπους που ίσως κάνεις ένα χρόνο πάλι για να τους ξαναδείς, να πεις και να ακούσεις ιστορίες γύρω από το κύκλο.
Μου λεγε ένας καλός φίλος που διανύει το τεσσαρακοστό έτος του -κάπως δύσκολα, είναι αλήθεια- πως διακρίνει στον εαυτό του, να έχει υιοθετήσει συνήθειες του μακαρίτη πατέρα του, χωρίς πολλές φορές να το συνειδητοποιεί. Δεν έχω φτάσει ακόμη εκεί, ίσως γιατί απέχω αρκετά ηλικιακά. Ωστόσο, έχω φτάσει σ’ ένα άλλο σημείο να συνδέω πράξεις μου, ενέργειες, τρόπους σκέψης και δράσης, βιώματα του σήμερα με μνήμες του χθες, με παιδικές μνήμες ομιχλώδεις , χαμένες πολλές φορές οι οποίες όμως μοιάζουν να επανέρχονται πιο δυνατά αυτές τις μέρες.
Όταν βλέπω το πατέρα μου να φτιάχνει το περίφημο χοιρινό του με σέλινο μόνος του στη κουζίνα, το οικογενειακό must των γιορτών, αίφνης πάει ο νους μου στο δικό του πατέρα και στις επισκέψεις του στη κουζίνα κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας των οικογενειακών τραπεζιών, για να δώσει συμβουλές για το πως πρέπει να τσιγαριστεί το κρέας, να ελέγξει αν το λάχανο κόπηκε όσο ψιλό πρέπει και τις γυναίκες της οικογένειας να προσπαθούν να τηρήσουν τις οδηγίες του.
Δεν ήταν φόβος ή κάτι άλλο, αλλά νομίζω πιο πολύ η αναγνώριση στον ειδικό και στη τέχνη του, αυτή που απετέλεσε το εισιτήριο του για μια καλύτερη ζωή από την Κρήτη προς την Αθήνα. Ποστάρω συχνά άρθρα του Στάθη Καλύβα και ακούω φίλους να μου ασκούν κριτική, γιατί υπερασπίζομαι αρκετά έντονα την αρθογραφία ή τη σχολή σκέψης που προωθεί.
Είναι δύσκολο να τους εξηγήσω ότι στα έντεκα ή δώδεκα χρόνια μου, ο προπάππους μου, ο «Παππούς Αβραάμ» , με πήγαινε βόλτα στο Βύρωνα, όταν κάποιος άγνωστος σε μένα, μας σταμάτησε και τον ρώτησε αν ήμουν ο εγγονός του. –«Ο δισέγγονος!», είπε, πάντα μ’ εκείνο το δυναμικά ήσυχο ύφος του. Ο "άλλος" τού χαμογέλασε και τον έσφιξε στον αγκώνα δυνατά...Χρόνια αργότερα έμαθα ότι ο άγνωστος που μας χαιρέτησε ήταν ένας γνωστός αριστερός ένοπλος του Βύρωνα. Ο Παππούς Αβραάμ του είχε σώσει τη ζωή κρύβοντας τον στην "εποχή της σύγχυσης»… «Μα ο Παππούς δεν ήταν αριστερός!», σκέφτηκα τότε . Χρειάστηκαν αρκετά χρόνια και πολλή βιβλιογραφική βοήθεια για να καταλάβω ότι η πολιτική ένταξη των ανθρώπων που γνώρισαν και έζησαν στο πετσί τους τη Μικρασιατική Καταστροφή ήταν μια σύνθετη -αλλά και συγκυριακή- διαδικασία παράλληλα, ενώ η τοπική ανθρωποδικτύωση ήταν μια άλλη υπόθεση.
Αυτό είναι νομίζω το σημαντικό: χάσαμε την επαφή μας με τη γενιά που δημιούργησε το υλικό μας, την ίδια μας την ιδιοσύσταση. Ουσιαστικά αρνηθήκαμε να μάθουμε το πώς φτάσαμε εδώ .Προτιμήσαμε να θεωρήσουμε πως είμαστε μοναχικά φυτά που ξεφύτρωσαν. Λες και δεν υπήρχε τίποτα σ’ αυτό το χώμα, αλλά -ακόμη χειρότερα- το κάναμε με διάθεση να μη ξαναφυτρώσει τίποτα, πατώντας το με τις ρόδες των τζιπ και ποτίζοντας το με τόνους αλκοόλ. Φερθήκαμε με αλαζονεία, αγνοώντας το χθες και περιφρονώντας το αύριο. Απ’ το παρελθόν, επιλέξαμε μόνο τα κομμάτια που θεωρήσαμε πως μας συνέφεραν και τα κάναμε κολάζ μ' ένα τέτοιο τρόπο, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουμε σχεδόν τερατώδεις αστικούς ιστορικούς μύθους ώστε να θεωρούμαστε "enfants privilegies" της ιστορίας, στους οποίους όλοι χρωστάνε.
Άκουσα κάπου την Αμάντα Μιχαλοπούλου να λέει ότι πηδήξαμε δεκαετίες. Προτιμήσαμε το αίμα, τον ξεριζωμό και τον ιδρώτα, να τα βάλουμε κάτω από το χαλάκι. Φτιάξαμε Μουσείο Ακρόπολης. Θα τολμούσαμε να φτιάξουμε Μουσείο Εμφυλίου Πολέμου; Μοιάζουμε να φοβόμαστε αυτό που υπήρξαμε, αυτό από το οποίο προήρθαμε, για να μη χάσουμε αυτό που έχουμε. Τελικά ,όμως, θα το χάσουμε, γιατί η Ιστορία παίρνει πάντα την εκδίκηση της όταν την αγνοείς ή όταν -χειρότερα ακόμη- τη περιφρονείς.
«Οι άνθρωποι μοιάζουν πιο πολύ στους καιρούς τους παρά στους πατεράδες τους» έλεγε ο Marc Bloch, σε ελεύθερη απόδοση. Και για αυτό η ευθύνη ίσως είναι συλλογική, αλλά όχι ισόποσα επιμερισμένη, όπως θέλουν κάποιοι να μας πείσουν. Αυτές τις γιορτές κάνοντας την οικογενειακή μας ανατροφοδότηση, ας μάθουμε απ’ τους πατεράδες μας για τους δικούς τους καιρούς, όταν η ευημερία δεν ήταν αυτονόητη, όταν τα ψώνια σήμαιναν ανάγκη, για να καταλάβουμε πόσο γρήγορα φροντίσαμε να ξοδέψουμε αυτό το κεφάλαιο.
Ίσως τότε να συνειδητοποιήσουμε πως η εξέλιξη δεν έρχεται απαραίτητα με το χτίσιμο νέων μύθων, αλλά νέων καιρών.
Υ.Γ. Το FB έχει ένα τεράστιο πλεονέκτημα: επιτρέπει να δημοσιεύεις ακατέργαστα κείμενα που έχουν τη δική τους άξια. Δε θα υπήρχε αυτό το κείμενο χωρίς τον Ηλία, τον Άγγελο και τον Αντώνη και τις κουβέντες μας…
*ΣτΕ: το παρόν κείμενο αναρτήθηκε από το συγγραφέα στη σελίδα του στο facebook, έγιναν μικρές διορθώσεις και αλλαγές στην παραγραφοποίηση και τις υπογραμμίσεις. Δημοσιεύεται με την άδειά του.








